Γαλλικά » Γερμανικά

machine [maʃin] ΟΥΣ f

2. machine (locomotive):

3. machine (moto):

Maschine f fam

4. machine (organisation):

Wirtschafts-/Verwaltungs-/Justizapparat

5. machine fig, péj (automate):

Machine [maʃin] ΟΥΣ f fam

machine-outil <machines-outils> [maʃinuti] ΟΥΣ f

machiner [maʃine] ΡΉΜΑ trans péj (ourdir)

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文