to strain oneself στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για to strain oneself στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά

1. strain ΦΥΣ:

effort αρσ
tensions θηλ πλ (on de)

2. strain (pressure):

stress αρσ
tension θηλ

Βλέπε και: nerve

2. nerve:

courage αρσ
assurance θηλ

3. nerve (impudence, cheek):

nerve οικ
culot αρσ οικ
nerve οικ
audace θηλ
il est gonflé! οικ
il a du culot! οικ
you've got a nerve οικ!
tu as un sacré culot! οικ
quel culot! οικ

nerves ουσ πλ:

nerfs αρσ πλ
trac αρσ οικ

oneself [βρετ wʌnˈsɛlf, αμερικ ˌwənˈsɛlf] ΑΝΤΩΝ When used as a reflexive pronoun, direct and indirect, oneself is translated by se (or s' before a vowel): to hurt oneself = se blesser; to enjoy oneself = s'amuser.
When used in emphasis the translation is soi-même: to do something oneself = faire quelque chose soi-même.
After a preposition, the translation is soi.
For particular usages see the entry below.

Βλέπε και: keep, ashamed

1. keep (cause to remain):

1. keep:

to keep going κυριολ

to strain oneself στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για to strain oneself στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά

Βλέπε και: myself

Βρετανικά Αγγλικά

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski