Γαλλικά » Αγγλικά

as1 [a] ΡΉΜΑ

as indic ενεστ de avoir

Βλέπε και: avoir

I . avoir [avwaʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

1. avoir (devoir, recevoir, assister à) a. ΙΑΤΡ:

3. avoir (porter sur ou avec soi):

4. avoir (être doté de):

to be 2 metres tall/wide βρετ
to be 2 meters tall/wide αμερικ

5. avoir (éprouver):

6. avoir οικ (rouler):

IV . avoir [avwaʀ] ανώμ ΟΥΣ αρσ

1. avoir (crédit):

2. avoir (bon d'achat):

as2 [ɑs] ΟΥΣ αρσ (champion)

as a. ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ
ace
as de cœur
as du volant
l'as des as

I . avoir [avwaʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

1. avoir (devoir, recevoir, assister à) a. ΙΑΤΡ:

3. avoir (porter sur ou avec soi):

4. avoir (être doté de):

to be 2 metres tall/wide βρετ
to be 2 meters tall/wide αμερικ

5. avoir (éprouver):

6. avoir οικ (rouler):

III . avoir [avwaʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ απρόσ ρήμα

2. avoir (temporel):

il y a 3 jours/4 ans
3 days/4 years ago

IV . avoir [avwaʀ] ανώμ ΟΥΣ αρσ

1. avoir (crédit):

2. avoir (bon d'achat):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski