Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

epoche
eras

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

epoca <πλ epoche> [ˈɛpoka, ke] ΟΥΣ θηλ

1. epoca (tempo, periodo):

dell'epoca oggetto, spirito, moda

2. epoca (periodo storico):

3. epoca:

epoca ΑΣΤΡΟΝ, ΓΕΩΛ

ιδιωτισμοί:

sanguinoso incidente, epoca, battaglia, repressione
sanguinoso incidente, epoca, battaglia, repressione
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
epoca θηλ
epoca θηλ
era ΓΕΩΛ, ΙΣΤΟΡΊΑ
epoca θηλ
epoca θηλ
millennium μτφ
epoca θηλ felice

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

epoca <-che> [ˈɛ:·po·ka] ΟΥΣ θηλ

1. epoca (periodo storico):

2. epoca (tempo):

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
epoca θηλ
epoca θηλ d'oro
mobili αρσ pl d'epoca
epoca θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Gli ambienti interni sono di varie dimensioni e presentano rimaneggiamenti di varie epoche.
it.wikipedia.org
Anche i caratteri con cui sono redatti questi documenti mostrano l'avvicendamento di stili calligrafici nelle diverse epoche.
it.wikipedia.org
Storicamente, i circonfissi derivano spesso dalla grammaticalizzazione di un suffisso e di un prefisso, perlopiù in epoche storiche diverse.
it.wikipedia.org
Nei dintorni della necropoli sono stati rinvenuti frammenti di anfore e utensileria varia, riferibili a varie epoche (tardo-romanica e paleo-cristiana).
it.wikipedia.org
A questo supplì la fioritura di molti piccoli artigiani che produssero un'ampia gamma di rotabili italiani di tutte le epoche ferroviarie.
it.wikipedia.org