Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

'fence
independent

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

selbst·stän·dig, selb·stän·dig ΕΠΊΘ

1. selbstständig (eigenständig):

selbstständig
selbstständig arbeiten

2. selbstständig (beruflich unabhängig):

selbstständig
selbstständig sein
selbstständig als jd sein
sich αιτ selbstständig machen

ιδιωτισμοί:

etw macht sich selbstständig χιουμ οικ
sth grows legs χιουμ οικ
selbstständig Erwerbstätige
selbstständig einklagbar
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
selbstständig
sich αιτ selbstständig machen
selbstständig
[völlig] selbstständig sein
selbstständig
er ist selbstständig
wander off children
sich αιτ selbstständig machen
selbstständig
selbstständig denken

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

selbstständig ΕΠΊΘ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

selbstständig
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
selbstständig
selbstständig

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

selbstständig als jd sein
sich αιτ selbstständig machen
etw macht sich selbstständig χιουμ οικ
sth grows legs χιουμ οικ
sich αιτ selbstständig machen
sich αιτ selbstständig machen

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Seit 1991 ist er als selbstständiger Fotograf tätig.
de.wikipedia.org
An die Stelle selbstständiger Handwerks- oder Heimarbeit im Verlagssystem trat die Fabrikarbeit mit ihren zentralen Arbeitsorten, festen Zeiten und zunehmender Kinderarbeit.
de.wikipedia.org
Eine häufig wiederkehrende Frage ist auch wie eine Frau alleine stark und selbstständig sein kann.
de.wikipedia.org
Hinterlegte Vereinbarungen über die Verfügbarkeit sowie Reaktions- und Lösungszeiten überwacht die Software selbstständig und eskaliert bei einer Überschreitung der Grenzwerte.
de.wikipedia.org
Obwohl beide als selbstständige Klöster gegründet wurden, werden sie als Geschwisterklöster mit sich ergänzenden Ensembles betrachtet.
de.wikipedia.org