Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

écologistes
beating
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. prü·geln [ˈpry:gl̩n] ΡΉΜΑ μεταβ

to thrash [or beat] sb

II. prü·geln [ˈpry:gl̩n] ΡΉΜΑ αμετάβ

to beat [or hit]
prügeln ΣΧΟΛ
prügelnde Ehemänner

III. prü·geln [ˈpry:gl̩n] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

sich αιτ prügeln
sich αιτ [mit jdm] prügeln
to fight [sb]
sich αιτ [mit jdm] prügeln
sich αιτ [mit jdm] um etw αιτ prügeln
to fight [sb] [or have a fight [with sb]] over sth
sollen wir uns um die letzte Praline prügeln? χιουμ οικ
jdn windelweich schlagen [o. prügeln] οικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Prügeln ουδ kein pl
sich αιτ prügeln
sich αιτ prügeln
to flog sb
to mix it up with sb αμερικ αργκ (fight)
sich αιτ mit jdm prügeln
sich αιτ wegen einer S. γεν prügeln
Präsens
ichprügle / prügele
duprügelst
er/sie/esprügelt
wirprügeln
ihrprügelt
sieprügeln
Präteritum
ichprügelte
duprügeltest
er/sie/esprügelte
wirprügelten
ihrprügeltet
sieprügelten
Perfekt
ichhabegeprügelt
duhastgeprügelt
er/sie/eshatgeprügelt
wirhabengeprügelt
ihrhabtgeprügelt
siehabengeprügelt
Plusquamperfekt
ichhattegeprügelt
duhattestgeprügelt
er/sie/eshattegeprügelt
wirhattengeprügelt
ihrhattetgeprügelt
siehattengeprügelt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)