Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lunione
individual

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. individu|el (individuelle) [ɛ̃dividɥɛl] ΕΠΊΘ

1. individuel (pour une personne):

individuel (individuelle) portion, sachet, sport, cours, convocation
individuel (individuelle) entretien, douche
individuel (individuelle) chauffe-eau
individuel (individuelle) voiture
individuel (individuelle) chambre, cellule
single προσδιορ

2. individuel (d'une seule personne):

individuel (individuelle) initiative, réussite
à titre individuel
un problème d'ordre individuel
touriste individuel

3. individuel (qui concerne l'individu):

individuel (individuelle) propriété
individuel (individuelle) responsabilité

II. individu|el ΟΥΣ αρσ

1. individu|el ΦΙΛΟΣ:

2. individu|el ΑΘΛ:

il a obtenu de bons résultats en individuel

ιδιωτισμοί:

voyage en groupe ou en individuel
habitat collectif/individuel
logement individuel (appartement)
flat βρετ
logement individuel (appartement)
apartment αμερικ
logement individuel (maison)
ordinateur individuel ou personnel/de bureau
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
bulletin αρσ de pari individuel
arrangement αρσ volontaire individuel
marquage individuel
individual contribution, effort, freedom, portion, pursuit, sport
individuel/-elle
one-to-one after ουσ marking
individuel/-elle

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. individuel(le) [ɛ̃dividɥɛl] ΕΠΊΘ

individuel(le)
individuel(le) propriété, responsabilité, initiative
individuel(le) maison

II. individuel(le) [ɛ̃dividɥɛl] ΟΥΣ αρσ(θηλ) (sportif)

individuel(le)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
individuel(le)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. individuel(le) [ɛ͂dividʏɛl] ΕΠΊΘ

individuel(le)
individuel(le) propriété, responsabilité, initiative
individuel(le) maison

II. individuel(le) [ɛ͂dividʏɛl] ΟΥΣ αρσ(θηλ) (sportif)

individuel(le)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
individuel(le)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il se qualifie pour trois championnats du monde individuel en 1998, 1999 et 2003.
fr.wikipedia.org
Médaille d'argent du plongeon individuel à 3 m.
fr.wikipedia.org
Des parties individuelles de l'objet peuvent être reliées les unes aux autres à l'aide de couplages spéciaux, parfois avec la participation du public.
fr.wikipedia.org
En 2020, 16 entreprises ont été créées sur le territoire de la commune, dont 11 individuelles.
fr.wikipedia.org
À mi-course, les favoris s'affronteront lors d'un contre-la-montre individuel, vallonné (avec notamment une montée de 1 km à 7 %) et long de 18,4 km.
fr.wikipedia.org