στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
alternative technology [ɔːlˌtɜːnətɪv tekˈnɒlədʒɪ] ΟΥΣ
technology [βρετ tɛkˈnɒlədʒi, αμερικ tɛkˈnɑlədʒi] ΟΥΣ
1. technology (applied science):
2. technology (method):
I. alternative [βρετ ɔːlˈtəːnətɪv, ɒlˈtəːnətɪv, αμερικ ɔlˈtərnədɪv] ΟΥΣ
1. alternative (specified option):
2. alternative (possible option):
II. alternative [βρετ ɔːlˈtəːnətɪv, ɒlˈtəːnətɪv, αμερικ ɔlˈtərnədɪv] ΕΠΊΘ
1. alternative (other):
- alternative career, date, flight, method, plan, route, solution etc.
-
- alternative career, date, flight, method, plan, route, solution etc.
-
2. alternative (unconventional):
- alternative comedian, culture, scene, theatre, bookshop, lifestyle, therapy
-
3. alternative energy, source:
στο λεξικό PONS
technology [tek·ˈnɑ:·lə·dʒi] ΟΥΣ
-
- tecnologia θηλ
I. alternative [ɔ:l·ˈtɜ:r·nə·t̬ɪv] ΟΥΣ
II. alternative [ɔ:l·ˈtɜ:r·nə·t̬ɪv] ΕΠΊΘ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- alternating saw
- alternating series
- alternation
- alternative
- alternative hypothesis
- alternative technology
- alternator
- alterne
- althaea
- althea
- altho