Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

unaccusa
Kreditberater

στο λεξικό PONS

ˈloan of·fic·er ΟΥΣ

Kreditberater(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
στο λεξικό PONS
loan officer βρετ
στο λεξικό PONS

of·fic·er [ˈɒfɪsəʳ, αμερικ ˈɑ:fɪsɚ] ΟΥΣ

1. officer ΣΤΡΑΤ:

Offizier(in) αρσ (θηλ) <-s, -e>

2. officer (authoritative person):

Beamte(r)(Beamtin) αρσ (θηλ)
αμερικ Officer Clarke
Zollbeamte(r)(-beamtin) αρσ (θηλ) <-n, -n; -, -ne>
Pressereferent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Personalchef(in) αρσ (θηλ) <-s, -s; -, -nen>
Personalreferent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Polizeibeamte(r)(-beamtin) αρσ (θηλ) <-, -nen>
Polizist(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Ausbildungsleiter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>

3. officer of a company:

Vorstandsmitglied ουδ <-(e)s, -er>

I. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΟΥΣ

1. loan (money):

Darlehen ουδ <-s, ->
Kredit αρσ <-(e)s, -e>
a $50,000 loan
Organkredit αρσ <-(e)s, -e>

2. loan (act):

Ausleihe θηλ <-, -n> kein pl
Verleihen ουδ kein pl

II. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΟΥΣ modifier

III. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

to loan sb sth [or sth to sb]
jdm etw leihen

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

loan officer ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Kreditberater(in) αρσ (θηλ)
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

loan ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Anleihe θηλ
Darlehen ουδ
Kredit αρσ

loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Beleihung θηλ
Ausleihung θηλ
Present
Iloan
youloan
he/she/itloans
weloan
youloan
theyloan
Past
Iloaned
youloaned
he/she/itloaned
weloaned
youloaned
theyloaned
Present Perfect
Ihaveloaned
youhaveloaned
he/she/ithasloaned
wehaveloaned
youhaveloaned
theyhaveloaned
Past Perfect
Ihadloaned
youhadloaned
he/she/ithadloaned
wehadloaned
youhadloaned
theyhadloaned

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

As of 2006, she has retired from making movies, works as a loan officer, and raises her two children.
en.wikipedia.org
The loan gets approved the broker/loan officer etc. gets their commission.
en.wikipedia.org
Likewise, each loan officer has a mentor they turn to for help.
en.wikipedia.org
Persons planning a career as a loan officer should be capable of developing effective working relationships with others, confident in their abilities, and highly motivated.
en.wikipedia.org
His duties included teller, cashier, loan officer and custodian.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "loan officer" σε άλλες γλώσσες