Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Electricity
Auftragung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. ink [ɪŋk] ΟΥΣ

1. ink no pl:

Tinte θηλ <-, -n>
ink ΤΈΧΝΗ
Tusche θηλ <-, -n>
Farbe θηλ <-, -n>
ink ΤΥΠΟΓΡ
Druckfarbe θηλ <-, -n>
Druckerschwärze θηλ <-> kein pl
Tintenfass ουδ <-es, -fässer>

2. ink ΒΙΟΛ (from octopus):

Tinte θηλ <-, -n>

ιδιωτισμοί:

to make ink οικ

II. ink [ɪŋk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. ink ΤΥΠΟΓΡ:

to ink sth

2. ink ΟΙΚΟΝ:

to ink sth

3. ink (using pen):

to ink sth

ˈink-pad ΟΥΣ

Stempelkissen ουδ <-s, ->

ink out ΡΉΜΑ μεταβ

to ink sth out

In·dia ˈink ΟΥΣ αμερικ, αυστραλ, καναδ

Tusche θηλ <-, -n>

ˈmark·ing ink ΟΥΣ

ˈprint·ing ink ΟΥΣ

Druckerschwärze θηλ <-> kein pl
Druckfarbe θηλ <-, -n>

ˈink bot·tle ΟΥΣ

Tintenfass ουδ <-es, -fässer>
Καταχώριση OpenDict

ink ΡΉΜΑ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
inking
inking
Present
Iink
youink
he/she/itinks
weink
youink
theyink
Past
Iinked
youinked
he/she/itinked
weinked
youinked
theyinked
Present Perfect
Ihaveinked
youhaveinked
he/she/ithasinked
wehaveinked
youhaveinked
theyhaveinked
Past Perfect
Ihadinked
youhadinked
he/she/ithadinked
wehadinked
youhadinked
theyhadinked

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "inking" σε άλλες γλώσσες