στο λεξικό PONS
I. pas·sen·ger [ˈpæsənʤəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ
II. pas·sen·ger [ˈpæsənʤəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ modifier
passenger (numbers, plane, ship, transport):
ˈpas·sen·ger list ΟΥΣ
fel·low ˈpas·sen·ger ΟΥΣ
ˈrail pas·sen·ger ΟΥΣ
ˈpas·sen·ger jet ΟΥΣ
ˈpas·sen·ger train ΟΥΣ
ˈpas·sen·ger cab·in ΟΥΣ
ˈpas·sen·ger mile ΟΥΣ
-
- Passagiermeile θηλ
ˈpas·sen·ger car ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
passenger accident insurance ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
passenger load ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ, public transport
passenger car
passenger conveyor ΔΗΜ ΣΥΓΚ
passenger throughput ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ, public transport
public passenger transport ΔΗΜ ΣΥΓΚ
passenger behaviour ΔΗΜ ΣΥΓΚ
passenger rapid transit ΔΗΜ ΣΥΓΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.