Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sarrose
violemment

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

violently [βρετ ˈvʌɪələntli, αμερικ ˈvaɪ(ə)ləntli] ΕΠΊΡΡ

1. violently:

violently push, attack
violently struggle
violently assault
he was violently kicked
to die violently

2. violently (dramatically):

violently brake, swerve, alter, swing

3. violently (vehemently):

violently respond, react, object
to be violently opposed to

4. violently blush, cough, shake:

violently
to be violently ill or sick βρετ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
violently
brutalement fermer, ouvrir, poser
violently
violently anti/pro
furieusement injurier
violently
to be violently anticlerical
avec violence agir, réagir
violently

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
smash violently
throw violently
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
violently
violently
violently
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
smash violently
throw violently
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
violently
violently
violently

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

And if unable to pull their card or cash on the spot, they are violently kicked out of the hospital, coldly and callously!
www.torontosun.com
The drums impelled her to dance, soon after which she was knocked violently tot the ground by a possessing spirit.
en.wikipedia.org
Bobby is violently thrown backwards onto the display, dead, as the store's owner and his customers cower in fear.
en.wikipedia.org
Quicklime reacts violently with water, and can cause blindness and burns.
en.wikipedia.org
When removed from the water, the animal often violently expels water from these siphons, hence the common name of sea squirt.
en.wikipedia.org