Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lautista
fer à souder

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

soldering iron ΟΥΣ

fer αρσ à souder
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. solder [βρετ ˈsəʊldə, ˈsɒldə, αμερικ ˈsɑdər] ΟΥΣ

1. solder (alloy):

soudure θηλ
brasure θηλ

2. solder (join):

soudure θηλ

II. solder [βρετ ˈsəʊldə, ˈsɒldə, αμερικ ˈsɑdər] ΡΉΜΑ μεταβ

souder (onto, to à)

III. solder [βρετ ˈsəʊldə, ˈsɒldə, αμερικ ˈsɑdər] ΡΉΜΑ αμετάβ

I. iron [βρετ ˈʌɪən, αμερικ ˈaɪ(ə)rn] ΟΥΣ

1. iron (metal):

fer αρσ
ferraille θηλ
a man/will of iron μτφ
a man/will of iron προσδιορ bar, gate, railing

2. iron (for clothes):

fer αρσ (à repasser)

3. iron (golf):

fer αρσ

4. iron (splint):

attelle θηλ

5. iron ΙΑΤΡ:

fer αρσ

II. irons ΟΥΣ

irons ουσ πλ:

fers αρσ πλ

III. iron [βρετ ˈʌɪən, αμερικ ˈaɪ(ə)rn] ΕΠΊΘ μτφ

iron constitution, grip, will
iron rule

IV. iron [βρετ ˈʌɪən, αμερικ ˈaɪ(ə)rn] ΡΉΜΑ μεταβ

iron clothes:

V. iron [βρετ ˈʌɪən, αμερικ ˈaɪ(ə)rn] ΡΉΜΑ αμετάβ

iron person:
iron garment, fabric:

VI. iron [βρετ ˈʌɪən, αμερικ ˈaɪ(ə)rn]

the iron had entered his soul λογοτεχνικό

στο λεξικό PONS

soldering iron ΟΥΣ

fer αρσ à souder
στο λεξικό PONS

I. solder [ˈsɒldəʳ, αμερικ ˈsɑ:dɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

II. solder [ˈsɒldəʳ, αμερικ ˈsɑ:dɚ] ΟΥΣ no πλ

soudure θηλ

I. iron [ˈaɪən, αμερικ ˈaɪɚn] ΟΥΣ

1. iron no πλ (metal):

fer αρσ

2. iron (device for pressing clothes):

fer αρσ à repasser
fer αρσ à vapeur

3. iron ΑΘΛ (golf club):

fer αρσ

ιδιωτισμοί:

II. iron [ˈaɪən, αμερικ ˈaɪɚn] ΡΉΜΑ μεταβ

iron the laundry:

to iron sth out

III. iron [ˈaɪən, αμερικ ˈaɪɚn] ΡΉΜΑ αμετάβ

Καταχώριση OpenDict

solder ΡΉΜΑ

solder ΤΕΧΝΟΛ
στο λεξικό PONS

soldering iron ΟΥΣ

fer αρσ à souder
στο λεξικό PONS

I. solder [ˈsa·dər] ΡΉΜΑ μεταβ

II. solder [ˈsa·dər] ΟΥΣ

soudure θηλ

I. iron [ˈaɪ·ərn] ΕΠΊΘ

iron discipline, will:

santé θηλ de fer

II. iron [ˈaɪ·ərn] ΟΥΣ

1. iron (metal):

fer αρσ

2. iron (for pressing clothes):

fer αρσ à repasser
fer αρσ à vapeur

3. iron sports (golf club):

fer αρσ

ιδιωτισμοί:

III. iron [ˈaɪ·ərn] ΡΉΜΑ μεταβ

iron shirt, blouse:

to iron sth out μτφ disagreements, problems

IV. iron [ˈaɪ·ərn] ΡΉΜΑ αμετάβ

Present
Isolder
yousolder
he/she/itsolders
wesolder
yousolder
theysolder
Past
Isoldered
yousoldered
he/she/itsoldered
wesoldered
yousoldered
theysoldered
Present Perfect
Ihavesoldered
youhavesoldered
he/she/ithassoldered
wehavesoldered
youhavesoldered
theyhavesoldered
Past Perfect
Ihadsoldered
youhadsoldered
he/she/ithadsoldered
wehadsoldered
youhadsoldered
theyhadsoldered

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A soldering iron and supplies are often necessary to build high-performance battery packs or install upgraded electronics with low-resistance connectors.
en.wikipedia.org
To solder is to mend two things together with a soldering iron.
en.wikipedia.org
This is usually the result of the soldering iron being used to heat the solder directly, rather than the parts themselves.
en.wikipedia.org
Soldering iron tips are made of copper plated with iron.
en.wikipedia.org
A soldering iron is composed of a heated metal tip and an insulated handle.
en.wikipedia.org