Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lingénieur
Actifs liquides

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

cash assets ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

avoirs αρσ πλ en caisse
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. asset [βρετ ˈasɛt, αμερικ ˈæsɛt] ΟΥΣ

1. asset ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

bien αρσ

2. asset μτφ:

atout αρσ

II. assets ΟΥΣ (private)

assets ουσ πλ
biens αρσ πλ
assets ουσ πλ
avoir αρσ
assets U ΕΜΠΌΡ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΝΟΜ
actif αρσ U

I. cash [βρετ kaʃ, αμερικ kæʃ] ΟΥΣ

1. cash (notes and coins):

espèces θηλ πλ
£3, 000 (in) cash
I haven't got any cash on me προσδιορ advance, book, float
I haven't got any cash on me bid, offer, sale, terms, discount, transaction
I haven't got any cash on me allowance, alternative, compensation, deposit, grant, sum, refund, prize

2. cash (money in general):

argent αρσ

3. cash (immediate payment):

comptant αρσ
£50 cash in hand or cash down

II. cash [βρετ kaʃ, αμερικ kæʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

cash cheque:

στο λεξικό PONS

asset [ˈæset] ΟΥΣ

1. asset (of value):

atout αρσ
an asset to sth

2. asset ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

avoir αρσ

I. cash [kæʃ] ΟΥΣ no πλ

liquide αρσ
espèces θηλ πλ

II. cash [kæʃ] ΡΉΜΑ μεταβ (exchange for money)

cash cheque
στο λεξικό PONS

asset [ˈæs·et] ΟΥΣ

1. asset (of value):

atout αρσ
asset to sth

2. asset ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

avoir αρσ

I. cash [kæʃ] ΟΥΣ

liquide αρσ

II. cash [kæʃ] ΡΉΜΑ μεταβ (exchange for money)

cash check
Present
Icash
youcash
he/she/itcashes
wecash
youcash
theycash
Past
Icashed
youcashed
he/she/itcashed
wecashed
youcashed
theycashed
Present Perfect
Ihavecashed
youhavecashed
he/she/ithascashed
wehavecashed
youhavecashed
theyhavecashed
Past Perfect
Ihadcashed
youhadcashed
he/she/ithadcashed
wehadcashed
youhadcashed
theyhadcashed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Critics suggest using the tangible common equity measure, which removes non-cash assets from these measures.
en.wikipedia.org
Untouchable trusts and cash assets at his death totaled over $5 million.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "cash assets" σε άλλες γλώσσες