Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ungerechter
unfair
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. un·ge·recht [ˈʊngərɛçt] ΕΠΊΘ

ein ungerechter Richter
ungerecht [gegen jdn [o. jdm gegenüber]] sein
to be unfair [to sb]
ungerecht [von jdm] sein, etw zu tun
to be unfair [of sb] to do sth

II. un·ge·recht [ˈʊngərɛçt] ΕΠΊΡΡ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
unrighteous τυπικ
ungerecht απαρχ
it is rough justice on sb/sth, that...

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Damit sollte die politische Praxis der bewussten Übertretung ungerechter Gesetze bezeichnet werden.
de.wikipedia.org
Zudem verlagert er im Angesicht einer zunehmend ungerechter und ausgrenzender werdenden Welt seine innere Angst nach außen in seine musikalischen und musikwissenschaftlichen Werke.
de.wikipedia.org
Unzugänglichkeit wurde traditionell mit ungerechter Gewaltherrschaft und barbarischer Willkür assoziiert.
de.wikipedia.org
Ideologisch verbarg sich dahinter, dass jahrgangsübergreifende Klassen seit Jahrhunderten das gegliederte Schulsystem der ländlichen Gebiete kennzeichnete und als ungerechter, reaktionärer Zwang der Ständegesellschaft verstanden wurde.
de.wikipedia.org