στο λεξικό PONS
Be·diens·te·te(r) <-n, -n; -n, -n> ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ
1. Bedienstete(r) (Angestellter im öffentlichen Dienst):
2. Bedienstete(r) meist πλ απαρχ (Dienstboten):
Zoll·be·diens·te·te(r) ΟΥΣ θηλ(αρσ)
Post·be·diens·te·te(r) ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ
Post·gi·ro·amt [-ʒi:ro-] ΟΥΣ ουδ
dienst·eif·rig ΕΠΊΘ
diensteifrig → dienstbeflissen
dienst·be·flis·sen ΕΠΊΘ
Bro·ker·diens·te ΟΥΣ πλ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ
Ver·mitt·lungs·dienste ΟΥΣ πλ ΠΟΛΙΤ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Verwaltungsdienste ΟΥΣ αρσ ΚΡΆΤΟς
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Dienstplan, Diensteinteilung öffentlicher Verkehr, ΕΜΠΟΡ ΜΕΤΑΦ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.