Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
émigration [emiɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ (de personne)
immigration [imiɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
migration [miɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
1. migration:
2. migration ΘΡΗΣΚ:
transmigration [tʀɑ̃smiɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
déflagration [deflaɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
conflagration [kɔ̃flaɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
désintégration [dezɛ̃teɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
1. désintégration (destruction):
2. désintégration ΠΥΡΗΝ ΦΥΣ:
3. désintégration ΓΕΩΛ:
intégration [ɛ̃teɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
1. intégration (gén):
-
- integration (à, dans into)
réintégration [ʀeɛ̃teɡʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
1. réintégration (réadmission):
στο λεξικό PONS
émigration [emigʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
immigration [imigʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
déflagration [deflagʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
intégration [ɛ̃tegʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
1. intégration (union):
- intégration économique, européenne, politique
-
2. intégration (assimilation):
- intégration dans qc
- integration into sth
3. intégration οικ (admission):
- intégration à qc
-
désintégration [dezɛ̃tegʀasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ a. ΓΕΩ, ΦΥΣ
émigration [emigʀasjo͂] ΟΥΣ θηλ
immigration [imigʀasjo͂] ΟΥΣ θηλ
intégration [ɛ͂tegʀasjo͂] ΟΥΣ θηλ
1. intégration (union):
- intégration économique, européenne, politique
-
2. intégration (assimilation):
- intégration dans qc
- integration into sth
3. intégration οικ (admission):
- intégration à qc
-
déflagration [deflagʀasjo͂] ΟΥΣ θηλ
désintégration [dezɛ͂tegʀasjo͂] ΟΥΣ θηλ a. ΓΕΩ, ΦΥΣ
Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)
immigration θηλ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- legs
- léguer
- légume
- légumier
- légumineuse
- lémigration
- lemmatisation
- lemmatiser
- lemme
- lemming
- lémure