Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

лениво
unloaded

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. décharger [deʃaʀʒe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. décharger (débarrasser de sa charge):

décharger navire, véhicule, machine à laver
to unload (de from)
décharger personne
to relieve (de of)

2. décharger (enlever un chargement):

décharger marchandises, passagers

3. décharger:

décharger (ôter la charge de) arme à feu
décharger (tirer avec) fusil, arme

4. décharger (libérer):

décharger qn de tâche, obligation
décharger qn de dette

5. décharger (innocenter) expertise, témoignage:

décharger accusé
to clear (de of)

6. décharger ΗΛΕΚ:

décharger personne: appareil, batterie
décharger faux contact: batterie

7. décharger (soulager):

décharger conscience, cœur
to unburden (auprès de qn to sb)
décharger colère

8. décharger (alléger):

décharger plancher, poutre

II. décharger [deʃaʀʒe] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. décharger (déteindre):

décharger tissu:
to lose its colour βρετ

2. décharger (éjaculer):

décharger αργκ
to shoot one's load αργκ
décharger αργκ

III. se décharger ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. se décharger (se libérer):

to off-load sth (sur qn onto sb)

2. se décharger ΗΛΕΚ:

se décharger batterie:
la batterie est déchargée
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
unload goods, materials, vessel
unload gun, camera
fire off gun
to absolve sb from or of sth
to give vent to μτφ anger, feelings
vent anger, spite, frustration
décharger (on sur)
se décharger de (on(to) sb sur qn)
run down battery:

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

déchargé(e) [deʃaʀʒe] ΕΠΊΘ

arme déchargée

I. décharger [deʃaʀʒe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. décharger (débarrasser de sa charge):

décharger voiture

2. décharger (enlever, débarquer):

décharger passagers

3. décharger (libérer):

4. décharger (soulager):

5. décharger (tirer):

6. décharger ΗΛΕΚ, ΝΟΜ:

II. décharger [deʃaʀʒe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. décharger (se libérer):

2. décharger ΗΛΕΚ batterie:

III. décharger [deʃaʀʒe] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ (éjaculer)

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
to offload sth on to sb
run down battery
let off a gun
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. décharger [deʃaʀʒe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. décharger (débarrasser de sa charge):

décharger voiture

2. décharger (enlever, débarquer):

décharger passagers

3. décharger (libérer):

4. décharger (soulager):

5. décharger ΗΛΕΚ, ΝΟΜ:

II. décharger [deʃaʀʒe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. décharger (se libérer):

2. décharger ΗΛΕΚ batterie:

III. décharger [deʃaʀʒe] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ (éjaculer)

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
run down battery
to offload sth onto sb
let off a gun
Présent
jedécharge
tudécharges
il/elle/ondécharge
nousdéchargeons
vousdéchargez
ils/ellesdéchargent
Imparfait
jedéchargeais
tudéchargeais
il/elle/ondéchargeait
nousdéchargions
vousdéchargiez
ils/ellesdéchargeaient
Passé simple
jedéchargeai
tudéchargeas
il/elle/ondéchargea
nousdéchargeâmes
vousdéchargeâtes
ils/ellesdéchargèrent
Futur simple
jedéchargerai
tudéchargeras
il/elle/ondéchargera
nousdéchargerons
vousdéchargerez
ils/ellesdéchargeront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος