στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
specific performance [αμερικ spəˈsɪfɪk pərˈfɔrməns] ΟΥΣ ΝΟΜ
I. specific [βρετ spəˈsɪfɪk, αμερικ spəˈsɪfɪk] ΕΠΊΘ
II. specific [βρετ spəˈsɪfɪk, αμερικ spəˈsɪfɪk] ΟΥΣ ΙΑΤΡ
performance [βρετ pəˈfɔːm(ə)ns, αμερικ pərˈfɔrməns] ΟΥΣ
1. performance (rendition):
2. performance:
- performance (show, play)
- rappresentazione θηλ
- performance (show, play)
- spettacolo αρσ
- performance (show, play)
-
-
- esecuzione θηλ
- to give a performance of character, ballet
-
3. performance (of team, sportsman):
4. performance:
5. performance:
6. performance ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ (of car, engine):
-
- prestazioni θηλ πλ
8. performance ΓΛΩΣΣ:
στο λεξικό PONS
I. specific [spə·ˈsɪ·fɪk] ΕΠΊΘ
II. specific [spə·ˈsɪ·fɪk] ΟΥΣ pl
performance [pɚ·ˈfɔ:r·mənts] ΟΥΣ
1. performance:
2. performance ΑΘΛ:
-
- prova θηλ
- high/low performance ΑΥΤΟΚ
-
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- specifical
- specifically
- specification
- specification sheet
- specific code
- specific performance
- specific volume
- specified
- specify
- specimen
- specimen jar