Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Abolished
abolido

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

abolish [αμερικ əˈbɑlɪʃ, βρετ əˈbɒlɪʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

abolish institution/practice
abolish institution/practice
abolish slavery
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
suprimir impuesto

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

abolish [əˈbɒlɪʃ, αμερικ -ɑ:l-] ΡΉΜΑ μεταβ

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

abolish ·ˈbal·ɪʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Iabolish
youabolish
he/she/itabolishes
weabolish
youabolish
theyabolish
Past
Iabolished
youabolished
he/she/itabolished
weabolished
youabolished
theyabolished
Present Perfect
Ihaveabolished
youhaveabolished
he/she/ithasabolished
wehaveabolished
youhaveabolished
theyhaveabolished
Past Perfect
Ihadabolished
youhadabolished
he/she/ithadabolished
wehadabolished
youhadabolished
theyhadabolished

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The pre-war rule insisting that audiences wear formal evening dress was abolished.
en.wikipedia.org
The quota system in selecting the top post was abolished.
en.wikipedia.org
In the late spring of 2008, however, the role of the student court in disciplinary action was abolished.
en.wikipedia.org
Even when he abolished vexatious levies such as octroi and highway toll, there was hardly a murmur of protest.
en.wikipedia.org
Article 73 abolished required civil or military service.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "abolished" σε άλλες γλώσσες