Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

wende
langfristig

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ˈlong-term ΕΠΊΘ προσδιορ

long-term borrowing ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Daueranleger(in) αρσ (θηλ)
Langzeitgedächtnis ουδ <-ses> kein pl
Daueraktionär(in) αρσ (θηλ)
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
long-term damage no πλ, no αόρ άρθ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

long-term ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

long-term interest ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Langfristzinsen αρσ πλ

long-term credit ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

long-term investor ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

long-term shareholder ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

long-term borrowing ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

long-term incentive ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Longterm Incentive ουδ

long-term rating ΟΥΣ CTRL

long-term funds ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

long-term ΕΠΊΘ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

long-term memory ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

longterm

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος