Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

bienhumorado
Erwerbsgesellschaft

στο λεξικό PONS

com·mer·cial ˈen·ter·prise ΟΥΣ

Erwerbsgesellschaft θηλ <-, -en>
Handelsgewerbe ουδ <-s> kein pl
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Wirtschaftsunternehmen ουδ <-s, ->
ein Großunternehmen ουδ /-projekt ουδ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

en·ter·prise [ˈentəpraɪz, αμερικ -t̬ɚ-] ΟΥΣ

1. enterprise (bold undertaking):

Vorhaben ουδ <-s, ->
Unternehmen ουδ <-s, ->

2. enterprise no pl (eagerness to risk something new):

Unternehmungsgeist αρσ <-(e)s> kein pl

3. enterprise (business firm):

Unternehmen ουδ <-s, ->
Betrieb αρσ <-(e)s, -e>
Firma θηλ <-, -men>
Wirtschaftsunternehmen ουδ <-s, ->
Privatwirtschaft θηλ <-> kein pl

I. com·mer·cial [kəˈmɜ:ʃəl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΕΠΊΘ

1. commercial (relating to commerce):

Handelsunternehmen ουδ <-s, ->

2. commercial μειωτ (profit-orientated):

commercial production, movie, record
commercial production, movie, record

3. commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV (paid for by advertisements):

Werbefunk αρσ <-s> kein pl
Werbefernsehen ουδ <-s> kein pl
Privatfernsehen ουδ <-s> kein pl

4. commercial (available to general public):

II. com·mer·cial [kəˈmɜ:ʃəl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΟΥΣ

Werbespot αρσ <-s, -s>
Καταχώριση OpenDict

commercial ΕΠΊΘ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

commercial enterprise ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

commercial ΕΠΊΘ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A bottling company is a commercial enterprise whose output is the bottling of beverages for distribution.
en.wikipedia.org
The bourgeoisie led several uprisings in favor of a more liberal regime to encourage free commercial enterprise.
en.wikipedia.org
Business and commercial enterprise prospered along with the smelter industry.
en.wikipedia.org
Insurance fraud has existed ever since the beginning of insurance as a commercial enterprise.
en.wikipedia.org
Coal mining of these measures remains of a significant commercial enterprise to the present day.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "commercial enterprise" σε άλλες γλώσσες