Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

cesarean
masques

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

stocking mask ΟΥΣ

I. mask [βρετ mɑːsk, αμερικ mæsk] ΟΥΣ

1. mask:

masque αρσ
loup αρσ

2. mask (sculpture):

masque αρσ

3. mask:

mask ΗΛΕΚΤΡΟΝ, Η/Υ
masque αρσ

4. mask ΦΩΤΟΓΡ:

cache αρσ

5. mask ΘΈΑΤ:

masque αρσ

II. mask [βρετ mɑːsk, αμερικ mæsk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. mask face:

2. mask μτφ:

mask truth, emotions
mask taste

3. mask ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

mask losses

4. mask ΦΩΤΟΓΡ:

5. mask:

mask ΙΑΤΡ, ΑΘΛ drug

face mask [βρετ ˈfeɪsmɑːsk, αμερικ ˈfeɪsmæsk] ΟΥΣ

eye mask ΟΥΣ

gas mask ΟΥΣ

masque αρσ à gaz

death mask ΟΥΣ

life mask ΟΥΣ ΤΈΧΝΗ

masque αρσ

smog mask ΟΥΣ

ski mask ΟΥΣ

cagoule θηλ de ski
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
mask of pregnancy, chloasma ειδικ ορολ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. mask [mɑ:sk, αμερικ mæsk] ΟΥΣ a. μτφ

masque αρσ
as a mask for sth

II. mask [mɑ:sk, αμερικ mæsk] ΡΉΜΑ μεταβ

gas mask ΟΥΣ

masque αρσ à gaz

oxygen mask ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
masquer odeur, visage
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. mask [mæsk] ΟΥΣ a. μτφ

masque αρσ
as a mask for sth

II. mask [mæsk] ΡΉΜΑ μεταβ

gas mask ΟΥΣ

masque αρσ à gaz

oxygen mask ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
masquer odeur, visage
Present
Imask
youmask
he/she/itmasks
wemask
youmask
theymask
Past
Imasked
youmasked
he/she/itmasked
wemasked
youmasked
theymasked
Present Perfect
Ihavemasked
youhavemasked
he/she/ithasmasked
wehavemasked
youhavemasked
theyhavemasked
Past Perfect
Ihadmasked
youhadmasked
he/she/ithadmasked
wehadmasked
youhadmasked
theyhadmasked

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Some women go to great lengths to keep their skin fair, including wearing face masks when out in the sun.
en.wikipedia.org
He concluded that protective, long-sleeved clothing and masks enhance chances of survival when exposed to eruptive activity.
en.wikipedia.org
She created a travelling workshop where she demonstrated how to create homemade cruelty-free products, such as face masks and lip scrubs.
pilotonline.com
According to the legend the shepherds put masks on their heads, belted on bells, and produced a deafening noise that scared the enemy away.
en.wikipedia.org
Wiretapping by several governments are supposedly used to help bypass and caller ID rejection or masks.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "masks" σε άλλες γλώσσες