Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

geschlagenes
ordinary

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ge·wöhn·lich [gəˈvø:nlɪç] ΕΠΊΘ

1. gewöhnlich προσδιορ (gewohnt, üblich):

2. gewöhnlich (durchschnittlich, normal):

3. gewöhnlich μειωτ (ordinär):

common as muck βρετ κατηγορ μειωτ οικ

II. ge·wöhn·lich [gəˈvø:nlɪç] ΕΠΊΡΡ

1. gewöhnlich (üblicherweise):

as [per οικ] usual

2. gewöhnlich μειωτ (ordinär):

common κατηγορ
to talk common οικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
gewöhnliche Post
gewöhnlich μειωτ
ordinary interest αμερικ
gewöhnliche Zinsen

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

gewöhnliche Bürgschaft phrase ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

gewöhnliche Bürgschaft

gewöhnliche Geschäftstätigkeit phrase ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
gewöhnliche Bürgschaft θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Graduierte abelsche Gruppen und -Moduln für (gewöhnliche, nicht graduierte) Ringe sind analog definiert.
de.wikipedia.org
Mit diesem geänderten Refrain wird nochmals verdeutlicht, dass gewöhnliche Bürger dem Krieg zu Opfer fallen und dabei weder Jung noch Alt verschont bleibt.
de.wikipedia.org
Es muss betont werden, dass der zugrundeliegende Raum nicht der gewöhnliche Raum, sondern ein 6-dimensionsionaler Konfigurationsraum ist.
de.wikipedia.org
Der gewöhnliche Gründling hat einen rundlichen Körper, einen relativ großen Kopf, ein unterständiges Maul und ein Paar tastempfindliche Barteln.
de.wikipedia.org
Diese stellen feste Kontingente von Freikarten für alle Preissparten zur Verfügung, die wie gewöhnliche Karten von den Interessenten selbst bestellt, gegebenenfalls reserviert, und abgeholt werden können.
de.wikipedia.org