Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lU
prescribing

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ver·ord·nung <-, -en> ΟΥΣ θηλ

1. Verordnung (Verschreibung):

Verordnung
prescribing no άρθ, no πλ

2. Verordnung (Rezept):

Verordnung

3. Verordnung τυπικ:

Verordnung
Verordnung
städtische Verordnung ΝΟΜ

EU-Ver·ord·nung <-, -en> ΟΥΣ θηλ

EU-Verordnung
bestimmen, dass ... Gesetzentwurf, Verordnung
bestimmen, dass ... Gesetzentwurf, Verordnung
herauskommen Gesetz, Verordnung
diese Verordnung gilt in ganz Europa
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
EU-Verordnung θηλ <-, -en>
Verordnung θηλ <-, -en>
städtische Verordnung
Verordnung θηλ <-, -en>
städtische [o. örtliche] Verordnung

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Verordnung ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Verordnung

EU-Verordnung ΟΥΣ θηλ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ

EU-Verordnung

EG-Öko-Audit-Verordnung ΟΥΣ θηλ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ

EG-Öko-Audit-Verordnung (EMAS)

EG-Umweltaudit-Verordnung ΟΥΣ θηλ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ

Verordnung über die Rechnungslegung der Kreditinstitute ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
EU-Verordnung θηλ
EG-Umweltaudit-Verordnung θηλ
Verordnung θηλ
EG-Öko-Audit-Verordnung (EMAS) θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Es enthielt einen Widerspruch gegen die Verordnung der Universitätsbehörde.
de.wikipedia.org
Dieses Verpflegungsgeld hat zwar prinzipiell 16 Euro/Tag zu betragen, die Verordnung erlaubt aber Abschläge bis zur Höhe von 35 %.
de.wikipedia.org
Die Verordnung sollte nach den Plänen der Kommission vermutlich 2016 in Kraft treten.
de.wikipedia.org
Das Gesamtministerium oder die zuständigen Ministerien erlassen die zur Ausführung der Gesetze notwendigen Verordnungen.
de.wikipedia.org
Gruppen für Migrantenrechte kündigten rechtliche Schritte gegen die Verordnung an.
de.wikipedia.org