Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Nudeln
to cram something

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. nu·deln [ˈnu:dl̩n] ΡΉΜΑ μεταβ

1. nudeln (mästen):

etw nudeln Geflügel
to cram sth

2. nudeln οικ (überfüttern):

jdn nudeln

3. nudeln ιδιωμ (liebkosen):

jdn/etw nudeln
to cuddle sb/sth

II. nu·deln [ˈnu:dl̩n] ΡΉΜΑ αμετάβ ΜΑΓΕΙΡ

nudeln απαρχ

Nu·del <-, -n> [ˈnu:dl̩] ΟΥΣ θηλ

1. Nudel meist πλ:

pasta + ενικ ρήμα, no αόρ άρθ
noodle usu πλ
gebratene Nudeln πλ

2. Nudel (Teigröllchen zum Mästen von Gänsen):

3. Nudel meist πλ ιδιωμ (krapfenähnliches Gebäck):

4. Nudel οικ (Frau):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Ramen-Nudeln pl
Nudel θηλ <-, -n>
Nudeln pl
Nudeln pl
Nudel θηλ <-, -n> οικ
zum Unterrühren nach ουσ (in die fertig gekochten Nudeln)
Nudel θηλ <-, -n> ΟΔΓ μτφ μειωτ οικ

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

frische Nudel ΟΥΣ θηλ ΜΑΓΕΙΡ

Präsens
ichnudle / nudele
dunudelst
er/sie/esnudelt
wirnudeln
ihrnudelt
sienudeln
Präteritum
ichnudelte
dunudeltest
er/sie/esnudelte
wirnudelten
ihrnudeltet
sienudelten
Perfekt
ichhabegenudelt
duhastgenudelt
er/sie/eshatgenudelt
wirhabengenudelt
ihrhabtgenudelt
siehabengenudelt
Plusquamperfekt
ichhattegenudelt
duhattestgenudelt
er/sie/eshattegenudelt
wirhattengenudelt
ihrhattetgenudelt
siehattengenudelt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Das gekochte Fleisch wird dabei mit einem Messer in feine Stücke geschnitten, mit gekochten Nudeln gemischt und mit einer Zwiebelsauce abgeschmeckt.
de.wikipedia.org
Die zuvor in Salzwasser gekochten Nudeln werden daruntergemischt.
de.wikipedia.org
Hierbei handelt es sich um eine Ansammlung mehrerer Restaurants mit unterschiedlicher Küche, wie z. B. Nudeln oder koreanische Suppen.
de.wikipedia.org
Die Nudeln werden für 5 bis 10 Minuten in der Fleischbrühe gekocht, bevor alles auf ein Brett (tabak) gegeben wird.
de.wikipedia.org
In der üblichsten Form besteht es aus einer Schicht Nudeln in Röhrenform mit etwas geriebenem Kefalotyri.
de.wikipedia.org