Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

wende
satisfaction

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Be·frie·di·gung <-> ΟΥΣ θηλ kein πλ

1. Befriedigung (Zufriedenstellung):

Befriedigung
zur Befriedigung deiner Neugier
sexuelle Befriedigung

2. Befriedigung (Zufriedenheit):

Befriedigung
eine innere Befriedigung
jdm Befriedigung bereiten [o. gewähren]
zu jds Befriedigung sein

3. Befriedigung ΝΟΜ:

Befriedigung des Gläubigers
bevorzugte Befriedigung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
anale Befriedigung
sexuelle Befriedigung
Befriedigung θηλ <-, -en>
etw bereitet jdm [große] Befriedigung
etw verschafft Befriedigung
Befriedigung θηλ eines Anspruches
tiefe Befriedigung

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Befriedigung θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Ein Großteil des rasant wachsenden Lesepublikums verlangte nach einer schnellen Befriedigung seines Lesebedürfnisses und damit nach fertig gebundenen Büchern.
de.wikipedia.org
Trotz aller Strapazen und Erlebnisse finden sie keine Befriedigung und müssen sich die Frage stellen, ob sie nicht doch etwas ganz anderes suchen.
de.wikipedia.org
Der Text lässt sich dahingehend deuten, dass nach Ansicht des Schreibers eine Befriedigung der materiellen Bedürfnisse zu einem glücklichen Leben nicht ausreicht.
de.wikipedia.org
Erfolgt die Befriedigung des Gläubigers nicht, so wird der Beklagte zur Zahlung, gegebenenfalls auch des Mehrfachen des eigentlichen Schadens verurteilt.
de.wikipedia.org
Als sie erscheint, wird sie gegen ihren Willen in die gegenseitige Befriedigung gezogen.
de.wikipedia.org