Oxford Spanish Dictionary
foreign national [ˌfɑrɪn ˈnɑʃn(ə)l, ˌfɒrɪn ˈnɑʃn(ə)l] ΟΥΣ
foreign [αμερικ ˈfɔrən, βρετ ˈfɒrɪn] ΕΠΊΘ
1.1. foreign custom/country/language:
2. foreign (alien):
I. national [αμερικ ˈnæʃ(ə)n(ə)l, βρετ ˈnaʃ(ə)n(ə)l] ΕΠΊΘ National Book Award
1. national (of country):
II. national [αμερικ ˈnæʃ(ə)n(ə)l, βρετ ˈnaʃ(ə)n(ə)l] ΟΥΣ
στο λεξικό PONS
II. national [ˈnæʃənəl] ΟΥΣ
foreign [ˈfɒrɪn, αμερικ ˈfɔ:r-] ΕΠΊΘ
1. foreign (from another country):
2. foreign (involving other countries):
3. foreign:
II. national [ˈnæʃ·ə·nəl] ΟΥΣ
foreign [ˈfɔr·ɪn] ΕΠΊΘ
1. foreign (from another country):
2. foreign (involving other countries):
3. foreign:
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.