Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Ungehorsam
permiso de circulación

Oxford Spanish Dictionary

Oxford Spanish Dictionary

car [αμερικ kɑr, βρετ kɑː] ΟΥΣ

1. car ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ:

coche αρσ
automóvil αρσ τυπικ
carro αρσ λατινοαμερ excl CSur
auto αρσ esp CSur
ir en coche (or carro etc.)
προσδιορ car accident
προσδιορ car accident
accidente αρσ automovilístico τυπικ
car deck ΝΑΥΣ
car deck ΝΑΥΣ
cubierta θηλ automóviles τυπικ
industria θηλ automotriz λατινοαμερ
llave θηλ de coche
número αρσ de la patente CSur
trabajador αρσ de la industria automotriz / trabajadora θηλ de la industria automotriz λατινοαμερ

2. car (for passengers, freights):

car ΣΙΔΗΡ, ΜΕΤΑΦΟΡΈς
vagón αρσ
car ΣΙΔΗΡ, ΜΕΤΑΦΟΡΈς
coche αρσ

3. car (of balloon):

barquilla θηλ

4. car (of elevator):

cabina θηλ

I. license [αμερικ ˈlaɪs(ə)ns, βρετ ˈlʌɪs(ə)ns], licence βρετ ΟΥΣ

1.1. license C (permit):

permiso αρσ
licencia θηλ
brevet αρσ CSur

1.2. license C → driver's license

2.1. license U (freedom):

2.2. license U (excessive freedom):

license τυπικ

II. license [αμερικ ˈlaɪs(ə)ns, βρετ ˈlʌɪs(ə)ns], licence βρετ ΡΉΜΑ μεταβ

driver's license ΟΥΣ αμερικ

permiso αρσ de conducción Ισπ
carné αρσ (de conducir) Ισπ
permiso αρσ (de conducir) Ισπ
carné αρσ (de manejar) Χιλ
libreta θηλ (de manejar) Urug
licencia θηλ (de manejar) Κεντρ Αμερ Μεξ Ven
pase αρσ (de manejar) Κολομβ
registro αρσ Αργεντ
brevete αρσ Περού

στο λεξικό PONS

car license ΟΥΣ βρετ

στο λεξικό PONS

I. license [ˈlaɪsənts] ΡΉΜΑ μεταβ

II. license [ˈlaɪsənts] ΟΥΣ αμερικ

license → licence

licence [ˈlaɪsənts] ΟΥΣ

1. licence (document):

licencia θηλ
permiso αρσ

2. licence χωρίς πλ τυπικ (freedom):

libertad θηλ

car [kɑ:ʳ, αμερικ kɑ:r] ΟΥΣ

1. car ΑΥΤΟΚ:

coche αρσ
carro αρσ λατινοαμερ
auto αρσ Αργεντ, Chile, Urug

2. car ΣΙΔΗΡ:

vagón αρσ

3. car (in airship, balloon):

barquilla θηλ
στο λεξικό PONS

I. license [ˈlaɪ·səns] ΟΥΣ

1. license (document):

licencia θηλ
permiso αρσ
carnet αρσ [o permiso αρσ] de conducir

2. license (freedom):

libertad θηλ

II. license [ˈlaɪ·səns] ΡΉΜΑ μεταβ

car [kar] ΟΥΣ

1. car ΑΥΤΟΚ:

coche αρσ
carro αρσ λατινοαμερ
auto αρσ Αργεντ, Chile, Urug

2. car ΣΙΔΗΡ:

vagón αρσ

3. car (in airship, balloon):

barquilla θηλ
Present
Ilicense
youlicense
he/she/itlicenses
welicense
youlicense
theylicense
Past
Ilicensed
youlicensed
he/she/itlicensed
welicensed
youlicensed
theylicensed
Present Perfect
Ihavelicensed
youhavelicensed
he/she/ithaslicensed
wehavelicensed
youhavelicensed
theyhavelicensed
Past Perfect
Ihadlicensed
youhadlicensed
he/she/ithadlicensed
wehadlicensed
youhadlicensed
theyhadlicensed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

You can get the government to change all car license-plates nationwide; and then become the sole supplier of the new license-plates.
www.vanguardngr.com
There has to be a better way to handle car licenses and registrations than this bloated and worthless bureaucracy.
calcoastnews.com
A provisional license, full motorcycle or car license is needed to operate a moped.
en.wikipedia.org
They often ran businesses outside of statutory framework and used false car license plates.
thenewdaily.com.au
While there are theories of an electronic border where your car license plate will be recorded, the truth is one that we come back to; nobody knows.
www.independent.ie

Αναζήτηση "car license" σε άλλες γλώσσες