Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

begabter
Aufbietung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. mus·ter [ˈmʌstəʳ, αμερικ -tɚ] ΟΥΣ

II. mus·ter [ˈmʌstəʳ, αμερικ -tɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. muster (gather):

2. muster (bring together):

III. mus·ter [ˈmʌstəʳ, αμερικ -tɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ (come together)

muster troop

muster up ΡΉΜΑ μεταβ

to muster up sth

ˈmus·ter sta·tion ΟΥΣ

Sammelplatz αρσ <-es, -plätze> (bei Notfällen)

ˈmus·ter point ΟΥΣ

Sammelplatz αρσ <-es, -plätze> (bei Notfällen)
Καταχώριση OpenDict

muster out ΡΉΜΑ

to muster out sb ΣΤΡΑΤ αμερικ
to muster out sb ΣΤΡΑΤ αμερικ
Καταχώριση OpenDict

muster in ΡΉΜΑ

to muster in sb ΣΤΡΑΤ αμερικ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
mustering
mustering
jdn/etw aufbieten
to muster sb/sth
to muster [or summon] [or gather] sth
Aufstellung von Truppen
mustering no πλ
Present
Imuster
youmuster
he/she/itmusters
wemuster
youmuster
theymuster
Past
Imustered
youmustered
he/she/itmustered
wemustered
youmustered
theymustered
Present Perfect
Ihavemustered
youhavemustered
he/she/ithasmustered
wehavemustered
youhavemustered
theyhavemustered
Past Perfect
Ihadmustered
youhadmustered
he/she/ithadmustered
wehadmustered
youhadmustered
theyhadmustered

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

This includes: feeding, watering, mustering, droving, branding, castrating, ear tagging, weighing, vaccinating livestock and dealing with their predators.
en.wikipedia.org
He did not maintain that form in the remaining 6 matches mustering up just one fifty.
en.wikipedia.org
When mustering cattle in isolated gorge country a good dog will silently move ahead of the stockman and block up the stock until the rider appears to take control.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "mustering" σε άλλες γλώσσες