Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

yzed
geklemmt

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. clamp [klæmp] ΟΥΣ

Klammer θηλ <-, -n>
Klemme θηλ <-, -n>

II. clamp [klæmp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. clamp (fasten together):

to clamp sth to sth [or sth together]

2. clamp (hold tightly in place):

to clamp sth

3. clamp ΤΕΧΝΟΛ:

to clamp sth
to clamp sth

4. clamp μτφ (impose forcefully):

5. clamp esp βρετ (immobilize a vehicle):

ˈhose clamp ΟΥΣ ΤΕΧΝΟΛ

Schlauchklemme θηλ <-, -n>

clamp down ΡΉΜΑ αμετάβ

gegen etw αιτ scharf vorgehen

I. ˈwheel clamp ΟΥΣ esp βρετ, αυστραλ

Parkkralle θηλ <-, -n>

II. ˈwheel clamp ΡΉΜΑ μεταβ

Καταχώριση OpenDict

clamp ΟΥΣ

clamp (for storing potatoes etc) ΓΕΩΡΓ βρετ
Miete θηλ
Καταχώριση OpenDict

clamp ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

amp clamp ΟΥΣ

amp clamp ΗΛΕΚ
amp clamp ΗΛΕΚ
Καταχώριση OpenDict

screw clamp ΟΥΣ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

ring clamp, retort ring ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

wheelclamp, wheel clamp

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

ˈclamp screw ΟΥΣ

Present
Iclamp
youclamp
he/she/itclamps
weclamp
youclamp
theyclamp
Past
Iclamped
youclamped
he/she/itclamped
weclamped
youclamped
theyclamped
Present Perfect
Ihaveclamped
youhaveclamped
he/she/ithasclamped
wehaveclamped
youhaveclamped
theyhaveclamped
Past Perfect
Ihadclamped
youhadclamped
he/she/ithadclamped
wehadclamped
youhadclamped
theyhadclamped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Αναζήτηση "clamped" σε άλλες γλώσσες