Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

nenfreint
dansant

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

skipping [βρετ ˈskɪpɪŋ, αμερικ ˈskɪpɪŋ] ΟΥΣ

skipping
saut αρσ à la corde

skipping rope ΟΥΣ

skipping rope
corde θηλ à sauter

skipping rhyme ΟΥΣ

skipping rhyme

I. skip [βρετ skɪp, αμερικ skɪp] ΟΥΣ

1. skip (jump):

petit bond αρσ

2. skip βρετ (rubbish container):

benne θηλ

II. skip <μετ ενεστ skipping; απλ παρελθ, μετ παρακειμ skipped> [βρετ skɪp, αμερικ skɪp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. skip (not attend):

skip meeting, lunch, bath, class, school

2. skip (leave out):

skip pages, chapter
skip it οικ!

3. skip (leave) οικ:

III. skip <μετ ενεστ skipping; απλ παρελθ, μετ παρακειμ skipped> [βρετ skɪp, αμερικ skɪp] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. skip (jump):

to skip out of the way of sth or out of sth's way

2. skip (with rope):

3. skip (travel, move):

refuse skip ΟΥΣ βρετ

skip over ΡΉΜΑ [βρετ skɪp -, αμερικ skɪp -]

skip over passage, paragraph:

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
entrechat χιουμ
faire des entrechats χιουμ
skipping about
skip βρετ
skip βρετ
skip βρετ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

skipping rope ΟΥΣ βρετ, skip rope ΟΥΣ αμερικ

skipping rope
corde θηλ à sauter

I. skip1 <-pp-> [skɪp] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. skip (take light steps):

2. skip βρετ, αυστραλ (skip with rope):

3. skip (jump, leave out):

4. skip οικ (go quickly):

ιδιωτισμοί:

II. skip1 <-pp-> [skɪp] ΡΉΜΑ μεταβ

skip a. μτφ:

skip stones

ιδιωτισμοί:

to skip it οικ

III. skip1 [skɪp] ΟΥΣ

saut αρσ

skip2 [skɪp] ΟΥΣ βρετ, αυστραλ (large container)

benne θηλ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
dansant(e) mélodie
skipping
skipping rope
escamoter mot, note de musique
skipping βρετ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. skip [skɪp] ΟΥΣ

saut αρσ

II. skip <-pp-> [skɪp] ΡΉΜΑ μεταβ

skip a. μτφ:

skip stones

ιδιωτισμοί:

to skip it οικ

III. skip <-pp-> [skɪp] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. skip (take light steps):

2. skip (jump, leave out):

3. skip οικ (go quickly):

ιδιωτισμοί:

skip rope ΟΥΣ

corde θηλ à sauter
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
dansant(e) mélodie
skipping
escamoter mot, note de musique
manquer cours, école
brûler étape
sauter étape, page, classe, repas
passer chapitre, page
Present
Iskip
youskip
he/she/itskips
weskip
youskip
theyskip
Past
Iskipped
youskipped
he/she/itskipped
weskipped
youskipped
theyskipped
Present Perfect
Ihaveskipped
youhaveskipped
he/she/ithasskipped
wehaveskipped
youhaveskipped
theyhaveskipped
Past Perfect
Ihadskipped
youhadskipped
he/she/ithadskipped
wehadskipped
youhadskipped
theyhadskipped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Thicker and more emollient lather translates to less razor skipping and dragging.
en.wikipedia.org
You can choose to make your workout even tougher by adding in such delights as a skipping rope, pull-up bar or kettlebells.
www.mirror.co.uk
As punishment, the father struck her on the bottom with a plastic mini hockey stick, and the mom used a skipping rope.
www.inews880.com
The corps de ballet dancer has just been promoted straight to first soloist (skipping the second-soloist rank) and you can see why.
www.theglobeandmail.com
Shortchange your kids, and it's hard to overcome the guilt you'll feel for skipping a school play or that scoreless soccer match.
healthland.time.com

Αναζήτηση "skipping" σε άλλες γλώσσες