Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Ute
Acheté

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. purchase [βρετ ˈpəːtʃɪs, αμερικ ˈpərtʃəs] ΟΥΣ

1. purchase ΕΜΠΌΡ:

achat αρσ

2. purchase (grip):

prise θηλ
to get or gain (a) purchase on climber:
to get or gain (a) purchase on vehicle:

II. purchase [βρετ ˈpəːtʃɪs, αμερικ ˈpərtʃəs] ΡΉΜΑ μεταβ

1. purchase ΕΜΠΌΡ:

purchase hat, painting, house

2. purchase μτφ victory, liberty:

purchase ledger ΟΥΣ

purchase order ΟΥΣ

ordre αρσ d'achat

purchase price ΟΥΣ

prix αρσ d'achat

purchase tax ΟΥΣ βρετ

compulsory purchase ΟΥΣ βρετ

hire purchase agreement, hire purchase arrangement ΟΥΣ βρετ

proof of purchase ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
cafe (where cigarettes may be purchased)

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. purchase [ˈpɜ:tʃəs, αμερικ ˈpɜ:rtʃəs] ΡΉΜΑ μεταβ

1. purchase τυπικ (buy):

2. purchase τυπικ ΧΡΗΜΑΤΟΠ (acquire):

II. purchase [ˈpɜ:tʃəs, αμερικ ˈpɜ:rtʃəs] ΟΥΣ τυπικ

1. purchase (item):

achat αρσ

2. purchase (act of buying):

achat αρσ

3. purchase ΧΡΗΜΑΤΟΠ (acquiring):

4. purchase (hold, grip):

prise θηλ

purchase price ΟΥΣ

prix αρσ d'achat

purchase order ΟΥΣ

bon αρσ de commande

purchase invoice ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
facture fournisseur θηλ ΟΙΚΟΝ
hire purchase βρετ
on hire purchase βρετ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. purchase [ˈpɜr·tʃəs] ΡΉΜΑ μεταβ

1. purchase τυπικ (buy):

2. purchase τυπικ ΧΡΗΜΑΤΟΠ (acquire):

II. purchase [ˈpɜr·tʃəs] ΟΥΣ τυπικ

1. purchase (item):

achat αρσ

2. purchase (act of buying):

achat αρσ

3. purchase ΧΡΗΜΑΤΟΠ (acquiring):

4. purchase (hold, grip):

prise θηλ

purchase invoice ΟΥΣ

purchase order ΟΥΣ

bon αρσ de commande

purchase price ΟΥΣ

prix αρσ d'achat
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Ipurchase
youpurchase
he/she/itpurchases
wepurchase
youpurchase
theypurchase
Past
Ipurchased
youpurchased
he/she/itpurchased
wepurchased
youpurchased
theypurchased
Present Perfect
Ihavepurchased
youhavepurchased
he/she/ithaspurchased
wehavepurchased
youhavepurchased
theyhavepurchased
Past Perfect
Ihadpurchased
youhadpurchased
he/she/ithadpurchased
wehadpurchased
youhadpurchased
theyhadpurchased

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Over 10,000,000 lb of glitter was purchased between the years of 1989 and 2009 alone.
en.wikipedia.org
Major firms have purchased smaller businesses in order to secure software titles for themselves.
en.wikipedia.org
She purchased her first purebred when she was 19.
en.wikipedia.org
In 1998, the school purchased an equestrian facility and remodeled it to house the school.
en.wikipedia.org
The men traveled back down to the beach again and purchased more horses to replace the ones that died on this trail.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "purchased" σε άλλες γλώσσες