Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Daddy
buying

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. achat [aʃa] ΟΥΣ αρσ

1. achat (action):

achat
un achat
to buy ou purchase sth
faire un achat

2. achat (objet acheté):

achat

3. achat ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

achat (de devise)
achat (d'action)

II. achats ΟΥΣ αρσ πλ

achats αρσ πλ (service):

télé-achat, téléachat [teleaʃa] ΟΥΣ αρσ

télé-achat
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
achat αρσ
achat αρσ
original cost ΕΜΠΌΡ, ΟΙΚΟΝ
prix αρσ d'achat
ordre αρσ d'achat

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

achat [aʃa] ΟΥΣ αρσ

1. achat (action):

achat

2. achat (chose achetée):

achat
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
achat αρσ
prix αρσ d'achat
achat αρσ
achat αρσ
bulk buying no πλ
achat αρσ en gros
achat αρσ à crédit
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

achat [aʃa] ΟΥΣ αρσ

1. achat (action):

achat

2. achat (chose achetée):

achat
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
achat αρσ
prix αρσ d'achat
achat αρσ
achat αρσ
achat αρσ en gros
réduction θηλ pour achat en gros

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Le partage d'imprimantes permet d'économiser l'achat d'un matériel onéreux, et qui est souvent inutilisé pendant de longues périodes.
fr.wikipedia.org
Le 1 juillet 2010, le club azuréen lève l'option d'achat en juin.
fr.wikipedia.org
Le 4 avril 2019, le club lève l'option d'achat et obtient ainsi le transfert définitif du joueur, à compter de juillet 2019.
fr.wikipedia.org
Il est possible d'inclure une option d’achat lors d'un prêt ainsi que toutes sortes de clause.
fr.wikipedia.org
Les personnes d'influences du parti exerçaient une forte pression auprès des électeurs pour leur parti, certains ne reculaient pas devant l'achat de voix.
fr.wikipedia.org