Μεταφράσεις για „παίρνω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

παίρνω <πήρα, πάρθηκα, παρμένος> [ˈpɛrnɔ] VERB trans

1. παίρνω (πιάνω με τα χέρια, λαμβάνω):

8. παίρνω (φράσεις):

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文