Γερμανικά » Ελληνικά

gesehen [gəˈzeːən]

gesehen part perf von sehen

Βλέπε και: sehen

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文