Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „mitnehmen“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

mit|nehmen irr VERB trans

1. mitnehmen (mit sich nehmen):

2. mitnehmen umg (Gelegenheit):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文