Γερμανικά » Ελληνικά

I . haben <hat, hatte, gehabt> [ˈhaːbən] VERB trans

3. haben +negation +zu +inf (können):

II . haben <hat, hatte, gehabt> [ˈhaːbən] VERB αυτο

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文