Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „πάρε“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

πάρε δώσε [ˈparɛ ˈðɔsɛ] SUBST ουδ ενικ o πλ

πάρε δώσε
Umgang αρσ ενικ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский