Γερμανικά » Γαλλικά

I . irren [ˈɪrən] ΡΉΜΑ intr

2. irren +haben geh (sich täuschen):

Ιδιώματα:

irre

irre → irr

Βλέπε και: irr

I . irr ΕΠΊΘ

1. irr MED:

irr
dément(e)
égaré(e)

2. irr sl (sehr gut):

irr
dément(e) fam

II . irr ΕΠΊΡ

1. irr (verrückt):

irr

2. irr sl (sehr gut):

irr
du tonnerre fam

3. irr sl (äußerst):

Ιδιώματα:

wie irr fam

Irre(r) ΟΥΣ f(m) dekl wie Adj

Irre(r)
fou m /folle f
armer Irrer! fam
pauvre con ! fam

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文