Γερμανικά » Γαλλικά

begrapschen* [bəˈgrapʃən] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

1. begrapschen (anfassen):

tripoter οικ

2. begrapschen (sexuell):

peloter οικ

begrabschen* [bəˈgrabʃən] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

1. begrabschen (anfassen):

tripoter οικ

2. begrabschen (sexuell):

peloter οικ

Groschen <-s, -> [ˈgrɔʃən] ΟΥΣ αρσ

1. Groschen A:

groschen αρσ

2. Groschen οικ (Zehnpfennigstück):

pièce θηλ de dix pfennigs οικ

3. Groschen οικ (Geld):

ne plus avoir un radis οικ

ιδιωτισμοί:

bei ihr ist der Groschen gefallen χιουμ οικ
ça a fait tilt οικ

abgedroschen ΕΠΊΘ μειωτ οικ

Notgroschen ΟΥΣ αρσ

verlöschen* <verlischt, verlosch, verloschen> ΡΉΜΑ αμετάβ +sein τυπικ

I . ab|löschen ΜΑΓΕΙΡ ΡΉΜΑ μεταβ

II . ab|löschen ΜΑΓΕΙΡ ΡΉΜΑ αμετάβ

erlöschen <erlischt, erlosch, erloschen> ΡΉΜΑ αμετάβ +sein

1. erlöschen Kerze, Feuer, Leidenschaft:

2. erlöschen ΝΟΜ:

goschert [ˈgoːʃert] ΕΠΊΘ A οικ (vorlaut)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

"begöschen" στα μονόγλωσσα Γερμανικά λεξικά


Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina