Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Pneumo
miserable
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. mi·se·ra·bel [mizəˈra:bl̩] ΕΠΊΘ μειωτ

1. miserabel (beklagenswert):

2. miserabel (gemein):

II. mi·se·ra·bel [mizəˈra:bl̩] ΕΠΊΡΡ μειωτ

sich αιτ miserabel benehmen [o. οικ aufführen]
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
stinky μτφ
[hunds]miserabel αργκ
putrid effort, achievement
miserabel οικ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er twitterte, „es wird höchste Zeit, dass wir den miserablen Zustand der Polarisierung durch den Einsatz von Vernunft beenden.
de.wikipedia.org
Insgesamt mussten dort etwa 2750 Gefangene unter miserablen Bedingungen leben und in der Flugzeugproduktion Zwangsarbeit leisten.
de.wikipedia.org
Das darauf schnell anwachsende Proletariat litt unter miserablen sozialen Verhältnissen.
de.wikipedia.org
Als die Briten 1908 ins heutige Kabale kamen, fanden sie Bauern und Jäger, welche ohne zentrale Autorität in einer miserablen Situation lebten.
de.wikipedia.org
Das Ansprechverhalten wird als gut beschrieben; entscheidend für die geringe Verbreitung der Pendelgabel war die geringe Vertikalfederung und die Änderung von Radstand und Nachlauf und die dadurch „miserablen Führungseigenschaften“.
de.wikipedia.org