στο λεξικό PONS
Als-ob-Be·stim·mung [alsˈʔɔp-] ΟΥΣ θηλ ΝΟΜ
Stim·mungs·ma·cher(in) ΟΥΣ αρσ(θηλ)
1. Stimmungsmacher μειωτ:
Be·stim·mungs·ha·fen <-s, -häfen> ΟΥΣ αρσ
Be·stim·mungs·recht ΟΥΣ ουδ ΝΟΜ
Mit·be·stim·mungs·recht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ
Be·stim·mungs·flug·ha·fen <-s, -häfen> ΟΥΣ αρσ
Be·stim·mungs·kauf <-(e)s, -käufe> ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Be·stim·mungs·ort <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ
Be·stim·mungs·land <-(e)s, -länder> ΟΥΣ ουδ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Mitbestimmungsgesetz ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Montanmitbestimmung ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Mitbestimmung ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Übergangsbestimmung ΟΥΣ θηλ ΚΡΆΤΟς
Zweckbestimmung ΟΥΣ θηλ CTRL
Preisbestimmung ΟΥΣ θηλ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Zollbestimmung ΟΥΣ θηλ ΕΜΠΌΡ
Marktwertbestimmung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Tarifbestimmung ΟΥΣ θηλ ΚΡΆΤΟς
Trendbestimmung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
zweckbestimmt ΥΠΟΔΟΜΉ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.