Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

formation
Moor
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Mau·re (Mau·rin) <-n, -n> [ˈmaurə, ˈmaurɪn] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

Maure (Mau·rin)

I. mau <-er, -[e]ste> [mau] ΕΠΊΘ meist κατηγορ οικ

1. mau (unwohl):

poorly κατηγορ

2. mau (ungünstig):

mau Stimmung

II. mau <-er, -[e]ste> [mau] ΕΠΊΡΡ

I. mau·ern [ˈmauɐn] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. mauern (mit Steinen und Mörtel arbeiten):

[an etw δοτ] mauern
to build [sth]
[an etw δοτ] mauern

2. mauern οικ:

3. mauern ΑΘΛ (Torverteidigung):

4. mauern ΤΡΆΠ:

mauern αργκ

II. mau·ern [ˈmauɐn] ΡΉΜΑ μεταβ

etw [aus etw δοτ] mauern
to build sth [of sth]
Καταχώριση OpenDict

mauern ΡΉΜΑ

innerhalb der [o. in den] Mauern ΙΣΤΟΡΊΑ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Maure(Maurin) αρσ (θηλ) <-n, -n>
mauern οικ
Mauern ουδ
Präsens
ichmauere
dumauerst
er/sie/esmauert
wirmauern
ihrmauert
siemauern
Präteritum
ichmauerte
dumauertest
er/sie/esmauerte
wirmauerten
ihrmauertet
siemauerten
Perfekt
ichhabegemauert
duhastgemauert
er/sie/eshatgemauert
wirhabengemauert
ihrhabtgemauert
siehabengemauert
Plusquamperfekt
ichhattegemauert
duhattestgemauert
er/sie/eshattegemauert
wirhattengemauert
ihrhattetgemauert
siehattengemauert

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Mit Ankunft der Mauren wurde der Ort ein strategischer Stützpunkt der Araber.
de.wikipedia.org
Beim Einfall der Mauren geriet der Konvent des Klosters in Gefangenschaft.
de.wikipedia.org
Dies zwang die Mauren, sich in sichere Festungen in die Berge zurückzuziehen.
de.wikipedia.org
Auf der Iberischen Halbinsel sind sie eine Hinterlassenschaft der Mauren, die dort ab dem 8. Jahrhundert weite Teile beherrschten.
de.wikipedia.org
Allerdings versuchten die Mauren sogleich für den recht bekannten Sklaven ein Lösegeld zu erhalten und begnadigten ihn zur Bastonade.
de.wikipedia.org