Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Head Start
pannello

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. panel [βρετ ˈpan(ə)l, αμερικ ˈpænl] ΟΥΣ

1. panel (group):

panel (of experts, judges)
panel (of experts, judges)
gruppo αρσ
panel (of experts, judges)
panel αρσ
panel TV, ΡΑΔΙΟΦ (on discussion programme)
ospiti αρσ πλ
panel TV, ΡΑΔΙΟΦ (on quiz show)
giuria θηλ
to be on a panel (of experts, judges)
to be on a panel TV, ΡΑΔΙΟΦ

2. panel (section of wall):

panel ΑΡΧΙΤ, ΜΗΧΑΝΟΛ
pannello αρσ
glass, wooden panel

3. panel:

panel ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ, ΤΕΧΝΟΛ (section)
pannello αρσ
pannello αρσ
quadro αρσ

4. panel ΝΟΜ:

panel (list)
panel (specific jury)
giuria θηλ

II. panel <forma in -ing ecc. panelling, panelled, paneling, paneled αμερικ> [βρετ ˈpan(ə)l, αμερικ ˈpænl] ΡΉΜΑ μεταβ

panel

panel discussion [ˈpænldɪˌskʌʃn] ΟΥΣ

panel discussion ΡΑΔΙΟΦ, TV
dibattito αρσ
panel discussion ΡΑΔΙΟΦ, TV

instrument panel [αμερικ ˈɪnztrəmənt ˌpænl, ˈɪnstrəmənt ˌpænl] ΟΥΣ

instrument panel ΑΕΡΟ, ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ
instrument panel ΑΕΡΟ, ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ

adjudication panel [əˌdʒuːdɪˈkeɪʃnˌpænl] ΟΥΣ

adjudication panel ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ, ΕΜΠΌΡ
giuria θηλ

display panel [dɪˈspleɪˌpænl] ΟΥΣ

display panel
bacheca θηλ

panel-beating [ˈpænlˌbiːtɪŋ] ΟΥΣ

panel-beating

solar panel [βρετ, αμερικ ˈsoʊlər ˈpænl] ΟΥΣ

solar panel

panel beater [βρετ] ΟΥΣ

panel beater

hero panel [ˈhɪərəʊ pan(ə)l, ˈhiroʊ ˌpænəl] ΟΥΣ

hero panel

panel pin [ˈpænlpɪn] ΟΥΣ

panel pin
chiodino αρσ (da legno)

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. panel [ˈpæ·nəl] ΟΥΣ

1. panel:

panel (wooden)
pannello αρσ
panel (metal)
placca θηλ

2. panel ΜΌΔΑ:

panel
pannello αρσ

3. panel (of cartoon strip):

panel
vignetta θηλ

4. panel (team):

panel
panel αρσ αμετάβλ
panel in exam

5. panel (instrument board):

panel
control panel
instrument panel ΑΥΤΟΚ, ΑΕΡΟ

II. panel [ˈpæ·nəl] ΡΉΜΑ μεταβ

panel

panel discussion ΟΥΣ

solar panel ΟΥΣ

solar panel

control panel ΟΥΣ

control panel

instrument board ΟΥΣ, instrument panel ΟΥΣ

instrument board ΑΥΤΟΚ
instrument board ΑΕΡΟ, ΝΑΥΣ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
panel
solar panel
panel
front panel
vignetta θηλ
panel (in a comic)
Present
Ipanel
youpanel
he/she/itpanels
wepanel
youpanel
theypanel
Past
Ipanelled / αμερικ paneled
youpanelled / αμερικ paneled
he/she/itpanelled / αμερικ paneled
wepanelled / αμερικ paneled
youpanelled / αμερικ paneled
theypanelled / αμερικ paneled
Present Perfect
Ihavepanelled / αμερικ paneled
youhavepanelled / αμερικ paneled
he/she/ithaspanelled / αμερικ paneled
wehavepanelled / αμερικ paneled
youhavepanelled / αμερικ paneled
theyhavepanelled / αμερικ paneled
Past Perfect
Ihadpanelled / αμερικ paneled
youhadpanelled / αμερικ paneled
he/she/ithadpanelled / αμερικ paneled
wehadpanelled / αμερικ paneled
youhadpanelled / αμερικ paneled
theyhadpanelled / αμερικ paneled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

panel of judges
giuria θηλ
instrument panel ΑΥΤΟΚ, ΑΕΡΟ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A reduced number of stampings resulted in better panel fits and fewer welds.
en.wikipedia.org
The students are selected by a panel of teachers.
en.wikipedia.org
The space also continues to host author readings, screenings, and panels nearly every night that are free to attend.
en.wikipedia.org
The panel itself measures about 200 ft long and 15 ft high.
en.wikipedia.org
It consists of a minimalistic, slightly curved, flat panel.
en.wikipedia.org