Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

gawd
cierre

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

closure [αμερικ ˈkloʊʒər, βρετ ˈkləʊʒə] ΟΥΣ

1.1. closure U or C (of factory, hospital, road):

closure
cierre αρσ

1.2. closure U (of debate):

closure
clausura θηλ
to move the closure

2. closure C (fastening):

closure
cierre αρσ

3. closure U ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ (emotional healing):

closure
closure
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
closure
closure

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

closure [ˈkləʊʒəʳ, αμερικ ˈkloʊʒɚ] ΟΥΣ

closure (closing)
cierre αρσ
closure (end)
fin αρσ
closure (in Parliament)
clausura θηλ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
closure
closure
closure
closure
federal closure
territorial closure
municipal closure
provincial closure
regional closure
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

closure [ˈkloʊ·ʒər] ΟΥΣ

closure (closing)
cierre αρσ
closure (end)
fin αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
closure
closure
closure

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

This allows for strictosidines formation under the subsequent ring closure via electrophilic substitution, as shown in the image to the right.
en.wikipedia.org
With the closure of the industry, there was a decline in activities in the town as well as the surrounding estates.
en.wikipedia.org
Failure to register can result in large fines and closure of place of worship.
en.wikipedia.org
He supported failed legislation to prohibit the closure of public schools after a two-year period of declining enrollment.
en.wikipedia.org
This policy slowly reduces the number of coffeeshops, since no one can open a new one after a closure.
en.wikipedia.org