Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sympathies
plump

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

lum·ber·ing1 [ˈlʌmbərɪŋ] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

lumbering person
lumbering gait
schwerfällig <-er, -ste>
lumbering gait
lumbering cart, waggon
lumbering tank
lumbering animal
lumbering bear

lum·ber·ing2 [ˈlʌmbərɪŋ] ΟΥΣ no pl esp αμερικ

lumbering
Holzfällen ουδ <-s>
lumbering
Abholzen ουδ
lumbering business [or firm]

lum·ber1 [ˈlʌmbəʳ, αμερικ -bɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ

lumber person
lumber person
lumber tank
lumber cart, waggon
lumber animal
lumber bear

I. lum·ber2 [ˈlʌmbəʳ, αμερικ -bɚ] ΟΥΣ no pl

1. lumber esp βρετ (junk):

Kram αρσ <-(e)s> μειωτ οικ
Krempel αρσ <-s> μειωτ οικ
Gerümpel ουδ <-s> CH οικ

2. lumber esp αμερικ, αυστραλ (timber):

Bauholz ουδ <-es, -hölzer>
Nutzholz ουδ <-es, -hölzer>

II. lum·ber2 [ˈlʌmbəʳ, αμερικ -bɚ] ΡΉΜΑ μεταβ βρετ, αυστραλ οικ

to lumber sth with sth
etw mit etw δοτ vollstopfen
to lumber sb with sth
jdm etw aufhalsen
sich αιτ mit etw δοτ belasten

III. lum·ber2 [ˈlʌmbəʳ, αμερικ -bɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ

ˈlum·ber jack·et ΟΥΣ

Lumberjack αρσ <-s, -s>

ˈlum·ber mill ΟΥΣ

Sägewerk ουδ <-(e)s, -e>
Sägemühle θηλ <-, -n>

ˈlum·ber trade ΟΥΣ no pl esp αμερικ

Holzhandel αρσ <-s> kein pl

ˈlum·ber room ΟΥΣ βρετ

Abstellkammer θηλ <-, -n>
Rumpelkammer θηλ οικ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
lumbering no πλ, no άρθ αμερικ
lumber αμερικ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

wood industry, lumber industry [ˈlʌmbəˌɪndəstri] ΟΥΣ

Present
Ilumber
youlumber
he/she/itlumbers
welumber
youlumber
theylumber
Past
Ilumbered
youlumbered
he/she/itlumbered
welumbered
youlumbered
theylumbered
Present Perfect
Ihavelumbered
youhavelumbered
he/she/ithaslumbered
wehavelumbered
youhavelumbered
theyhavelumbered
Past Perfect
Ihadlumbered
youhadlumbered
he/she/ithadlumbered
wehadlumbered
youhadlumbered
theyhadlumbered

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)