Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lallemand
minor

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Min·der·jäh·ri·ge(r) <-n, -n; -n, -n> ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ

min·der·jäh·rig [ˈmɪndɐjɛ:rɪç] ΕΠΊΘ

Verführung Minderjähriger ΝΟΜ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Minderjähriger (zwischen 14 und 17 Jahren)
Minderjährige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>
pupil σκοτσ
Minderjährige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n> (Mädchen bis 12, Jungen bis 14)
infant or απαρχ
Minderjährige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>
jailbait αργκ
Minderjährige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Minderjähriger ΟΥΣ αρσ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Minderjähriger αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Verführung Minderjähriger ΝΟΜ
pupil σκοτσ
Minderjährige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n> (Mädchen bis 12, Jungen bis 14)
Minderjähriger (zwischen 14 und 17 Jahren)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er folgte seinem 1286 ermordeten Vater als Minderjähriger auf dem Thron.
de.wikipedia.org
Es existieren verschiedene Organisationen, die sich die Abschaffung der indikationslosen Beschneidung Minderjähriger zur Aufgabe gemacht haben.
de.wikipedia.org
Der Report analysiert nicht die vielfachen Gründe (zum Beispiel den häufigen sexuellen Missbrauch Minderjähriger in Aborigines-Gemeinschaften) für die vergleichsweise hohe Kriminalität.
de.wikipedia.org
Als Minderjähriger brauchte er keinen Immatrikulations-Eid zu leisten.
de.wikipedia.org
Dies war zu dieser Zeit ein gelegentlich praktiziertes Vorgehen, um die Interessen hochgeborener Minderjähriger oder Witwen gegenüber missgünstigen Verwandten zu schützen.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Minderjähriger" σε άλλες γλώσσες