Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Beschließung
literature
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Li·te·ra·tur <-, -en> [lɪtəraˈtu:ɐ̯] ΟΥΣ θηλ

1. Literatur ΛΟΓΟΤ:

Literatur
literature no πλ, no αόρ άρθ
die schöne [o. schöngeistige] Literatur
[the] belles-lettres ουσ πλ, + ενικ/πλ ρήμα

2. Literatur kein πλ ΕΚΔ (Veröffentlichungen):

Literatur
literature no πλ, no αόρ άρθ
Aufarbeitung Literatur
fremdsprachige Literatur
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Literatur θηλ <-, -en>
biografische Literatur
Literatur θηλ <-, -en>
die Literatur des 19. Jahrhunderts
Literatur-
die [gesamte] Literatur

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Beide Unterfamilien sind jedoch nicht monophyletisch und es gibt Übergangsformen, weshalb sie in der aktuellen Literatur nicht mehr unterschieden werden.
de.wikipedia.org
Nur etwa 130 Erkrankungsfälle wurden in der Literatur weltweit beschrieben (Stand 2009).
de.wikipedia.org
Das tatsächliche Alter des Baumes ist jedoch höchst umstritten und es sind sehr unterschiedliche Angaben in der Literatur zu finden.
de.wikipedia.org
In dieser Zeit fand er den Zugang zur Literatur.
de.wikipedia.org
Erstens liefere die Literatur der Psychotherapieforschung keine möglichst klare Instruktion.
de.wikipedia.org