Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Fin
tiresome

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

lassant (lassante) [lasɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

1. lassant (ennuyeux):

lassant (lassante) discours
lassant (lassante) reproches

2. lassant (fatigant):

lassant (lassante)

I. lasser [lɑse] ΡΉΜΑ μεταβ

lasser (ennuyer) personne, audience
lasser (excéder) personne, audience

II. se lasser ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. se lasser personne:

to grow tired (de qn/qc of sb/sth, de faire of doing)

2. se lasser:

se lasser patience:
se lasser enthousiasme, attention:

III. lasser [lɑse]

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
wearisome complaints, demands, opposition
lassant
se lasser (of de, of doing de faire)
weary routine
lassant
se lasser (of de, of doing de faire)
cloy pleasure, food:
to tire of (get bored of) person, place, activity
to sicken of (grow weary of) μτφ
se lasser (of de, of doing de faire)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

lassant(e) [lɑsɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

lassant(e)

I. lasser [lɑse] ΡΉΜΑ μεταβ

II. lasser [lɑse] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

to tire of sth
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
devenir lassant
to tire of sth
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

lassant(e) [lɑsɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

lassant(e)

I. lasser [lɑse] ΡΉΜΑ μεταβ

II. lasser [lɑse] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

to tire of sth
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
devenir lassant
to tire of sth
Présent
jelasse
tulasses
il/elle/onlasse
nouslassons
vouslassez
ils/elleslassent
Imparfait
jelassais
tulassais
il/elle/onlassait
nouslassions
vouslassiez
ils/elleslassaient
Passé simple
jelassai
tulassas
il/elle/onlassa
nouslassâmes
vouslassâtes
ils/elleslassèrent
Futur simple
jelasserai
tulasseras
il/elle/onlassera
nouslasserons
vouslasserez
ils/elleslasseront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Elle n'y reviendra à y revenir que 40 ans plus tard, au terme d'un litige/feuilleton aussi lassant qu'imbuvable.
fr.wikipedia.org
Le jeu est qualifié de jouable, « pas indispensable », et de « rien de plus qu'un shoot 'em up cher et très limité » et rapidement lassant.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "lassant" σε άλλες γλώσσες